Σε αυτή την ενότητα συναντάμε κάποιες κοινοτοπίες και κάποια αρνητικά στερεότυπα, η ενδελεχής εξέταση των οποίων ανοίγει σημαντικά θέματα για την έννοια της ισότητας. Με τον στοχασμό πάνω στις γνώμες και τις απόψεις που σχετίζονται με αυτά, αλλά και με παραθέματα και παραπομπές σε σχετικά κείμενα, μπορούμε να προσεγγίσουμε την έννοια της ισότητας από διαφορετικές οπτικές.

Μετά από τη μελέτη αυτών των ζητημάτων, μπορείτε να σκεφτείτε ή να ζητήσετε από τους μαθητές σας να σκεφτούν και να συζητήσουν αυτά ή άλλα παρόμοια αρνητικά στερεότυπα ή και κοινοτοπίες που σχετίζονται με την έννοια της ισότητας. Μπορείτε να αναζητήσετε αντίστοιχα αποσπάσματα που αναφέρονται σε τέτοια ζητήματα, είτε πρόκειται για λογοτεχνικά, ποιητικά, επιστημονικά, δημοσιογραφικά κείμενα ή ό,τι άλλο μπορείτε να φανταστείτε. Χρησιμοποιήστε αυτή την ενότητα σαν έναν ξεναγό που σας παρουσιάζει κάποια από τα μείζονα ζητήματα περί ισότητας.

Ο ήλιος λάμπει για όλους
Δεν έχω θέση στον ήλιο

Οι δύο αυτές προτάσεις εστιάζουν πρώτα σε κάτι κοινό για όλους και εντοπίζουν ύστερα μία αντίθεση. Όλοι ζούμε στον ίδιο χώρο, όλοι κινούμαστε στο ίδιο κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο. Όμως, παρόλο που ο ήλιος μάς φωτίζει όλους εξίσου, κάποιοι δεν απολαμβάνουν με τον ίδιο τρόπο τις ζεστές ακτίνες του, κάποιοι δεν απολαμβάνουν εξίσου τα αγαθά του τόπου τους, κάποιοι δεν έχουν πρόσβαση στον πλούτο της κοινωνίας που ζουν ή της κοινότητας στην οποία συμμετέχουν.

Το ζητούμενο εδώ θα ήταν λοιπόν η εξασφάλιση σε όλα τα μέλη της κοινωνίας ή της κοινότητας ίσων όρων, τέτοιων που θα επέτρεπαν την ανάπτυξη και την καλλιέργεια των ικανοτήτων και των δυνατοτήτων τους για την ικανοποίηση τελικά των αναγκών τους.

Σύγκρινε για παράδειγμα τα παρακάτω αποσπάσματα, σκέψου και συζήτησε ποιο από αυτά απαντά καλύτερα στο παραπάνω ζήτημα και γιατί.

1 «Ένα σπίτι μπορεί να είναι μεγάλο ή μικρό. Όσο καιρό τα γύρω του σπίτια είναι κι αυτά μικρά, ικανοποιεί όλες τις κοινωνικές απαιτήσεις σαν κατοικία. Μόλις όμως πλάι στο μικρό σπίτι υψωθεί ένα παλάτι, τότε το μικρό σπίτι μαζεύεται και γίνεται καλύβα. Το μικρό σπίτι φανερώνει τώρα πως ο ιδιοκτήτης του δεν είναι σε θέση να έχει καμιά ή έχει μόνο τις πιο ελάχιστες απαιτήσεις. Και μπορεί, όσο προχωρεί ο πολιτισμός, να τραβάει κι αυτό σε ύψος όσο θέλει, μα όταν το γειτονικό παλάτι υψώνεται στον ίδιο ή και σε μεγαλύτερο βαθμό, τότε αυτός που κατοικεί στο σχετικά μικρότερο σπίτι θα αισθάνεται όλο και πιο πολύ τον εαυτό του στενοχωρημένο, δυσαρεστημένο και πιεσμένο μέσα στους τέσσερις τοίχους του».
Κ. Μαρξ, Μισθωτή εργασία και κεφάλαιο, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1976, σ. 67.

2 «Πολλά από τα μεγαλύτερα οικονομικά δεινά της εποχής μας είναι προϊόντα του κινδύνου, της αβεβαιότητας και της άγνοιας. Οι μεγάλες ανισότητες του πλούτου προέρχονται ακριβώς από το ότι ορισμένα άτομα, είτε λόγω της τύχης είτε εξαιτίας των ικανοτήτων τους, κατορθώνουν να επωφεληθούν από την αβεβαιότητα και από την άγνοια, κι επειδή, επίσης, για τον ίδιο λόγο, οι μεγάλες επιχειρήσεις είναι συχνά ζήτημα τύχης. Οι ίδιοι ακριβώς παράγοντες αποτελούν την αιτία της ανεργίας, της διάψευσης των ευλόγων επιχειρηματικών προσδοκιών και της μείωσης της αποτελεσματικότητας και της παραγωγής. Η θεραπεία ωστόσο βρίσκεται εκτός της δράσεως των ατόμως και ίσως να είναι προς το συμφέρον των ατόμων να επιδεινωθεί η ασθένεια. Πιστεύω ότι η θεραπεία των πραγμάτων αυτών πρέπει εν μέρει να αναζητηθεί στο σκοπούμενο έλεγχο […] από έναν κεντρικό θεσμό, […] και με νομοθετική ρύθμιση αν τούτο καταστεί αναγκαίο […]. Τα μέτρα αυτά θα επέτρεπαν στην κοινωνία να ασκήσει, μέσω κάποιου αρμόδιου οργάνου δράσης, πνευματική καθοδήγηση στην εσωτερική περιπλοκότητα της ιδιωτικής επιχείρησης, χωρίς ταυτόχρονα να εμποδίζει την ατομική πρωτοβουλία και επιχειρηματικότητα».
J.M. Keynes, «Το τέλος του laissez-faire», στο Μ. Αγγελίδης και Κ. Ψυχοπαίδης (επιμ.), Κείμενα Πολιτικής Οικονομίας και θεωρίας της Πολιτικής, εκδ. Εξάντας, Αθήνα 19922, σσ. 334-335.

3 «Δεν αρνούμαστε την ισότητα καθεαυτή. Συμβαίνει απλώς το αίτημα για ισότητα να αποτελεί το ομολογημένο κίνητρο των περισσότερων από αυτούς που επιθυμούν να επιβάλουν στην κοινωνία ένα προσχεδιασμένο διανεμητικό πρότυπο. Η αντίρρησή μας στρέφεται εναντίον κάθε προσπάθειας να επιβληθεί στην κοινωνία ένα προεπιλεγμένο πρότυπο διανομής, είτε πρόκειται για καθεστώς ισότητας είτε ανισότητας. Θα δούμε πως πράγματι πολλοί από εκείνους που απαιτούν τη διεύρυνση της ισότητας δεν απαιτούν στην πραγματικότητα την ισότητα, αλλά μια διανομή που ταιριάζει περισσότερο στις ανθρώπινες αντιλήψεις για εκείνο που αξίζει το άτομο και πως οι επιθυμίες τους είναι τόσο ασυμβίβαστες με την ελευθερία, όσο και τα άκρως εξισωτικά αιτήματα. […] Απέναντι σε αυτό θα υποστηρίξουμε ότι η οικονομική ανισότητα δεν είναι ένα από εκείνα τα δεινά που δικαιολογούν ως θεραπεία την προσφυγή μας στην επιβολή καταναγκασμού βάσει διακρίσεων και προνομίων [δηλ. την προσφυγή σε παρεμβάσεις κρατικών/θεσμικών φορέων]».
F.A. Hayek, «Ισότητα, οικονομική αξία και δίκαιη αξία», στο Μ. Αγγελίδης και Κ. Ψυχοπαίδης (επιμ.), Κείμενα Πολιτικής Οικονομίας και θεωρίας της Πολιτικής, εκδ. Εξάντας, Αθήνα 19922, σ. 378-379.

Είναι γεγονός πως στις σύγχρονες κοινωνίες καθένας μας ξεκινά από διαφορετική αφετηρία, είτε πρόκειται για το οικογενειακό μας περιβάλλον είτε για τις οικογενειακές μας δυνατότητες είτε πρόκειται για το μορφωτικό μας υπόβαθρο. Η ανισότητα στο σημείο της αφετηρίας είναι λοιπόν δεδομένη και το ζήτημα που πρέπει τώρα να αντιμετωπίσουμε είναι το αν, με ποιο τρόπο και σε ποιο βαθμό είναι δυνατόν να υπερβούμε αυτές τις καταγωγικές, εγγενείς και βασικές –φυσικές ή κοινωνικές–ανισότητες.

«Η φυσική διανομή δεν είναι ούτε δίκαιη ούτε άδικη, ούτε άλλωστε είναι άδικο τα άτομα να γεννώνται σε ορισμένη θέση εντός της κοινωνίας. Αυτά είναι απλώς φυσικά γεγονότα. Εκείνο που είναι δίκαιο ή άδικο είναι ο τρόπος με τον οποίο οι θεσμοί αντιμετωπίζουν αυτά τα γεγονότα. Οι αριστοκρατικές κοινωνίες, καθώς και οι κοινωνίες με κάστες είναι άδικες επειδή ανάγουν αυτές τις συγκυρίες σε θεμέλιο για την απονομή της ιδιότητας του να ανήκει κανείς σε μια περισσότερο ή λιγότερο κλειστή προνομιούχα κοινωνική τάξη. Η βασική διάρθρωση αυτών των κοινωνιών ενσωματώνει την αυθαιρεσία που συναντάται στη φύση. Δεν είναι όμως αναγκαίο να υποκύπτουν οι άνθρωποι σε αυτές τις συγκυρίες. Το κοινωνικό σύστημα δεν συνιστά μια αμετάβλητη τάξη πέρα από τον ανθρώπινο έλεγχο αλλά μόνον ένα στερεότυπο σχήμα ανθρώπινης δράσης».
Τζ. Ρωλς, Θεωρία δικαιοσύνης, μτφρ. Φ. Βασιλογιάννης, Β. Βουτσάκης, Φ. Παιονίδης, Κ. Παπαγεωργίου, Ν. Στυλιανίδης, Α. Τάκης, εκδ. Πόλις, Αθήνα 20065, σ. 135.

 «Στον βαθμό που τα φυσικά χαρίσματα τίθενται στην υπηρεσία του κοινωνικού συνόλου, οι περισσότερο προικισμένοι καταλήγουν υπόδουλοι των λιγότερο προικισμένων. Σε αυτή τη διαπίστωση συγκλίνουν τόσο ο Nozick όσο και ο Dworkin. Αν τα φυσικά χαρίσματα υπόκεινται σε μοιρασιά, όπως και οι εξωτερικοί υλικοί πόροι, τότε κινδυνεύει άμεσα η ίδια η ελευθερία των φορέων των φυσικών χαρισμάτων. Ο λόγος είναι ότι κοστίζει ακριβά στους ίδιους η χρησιμοποίησή τους, επειδή αποτελούν πολύτιμο κοινωνικό προϊόν στο οποίο δεν έχουν ατομικό δικαίωμα περισσότερο από ό,τι οι άλλοι. Έτσι, για να απολαύσουν όπως επιθυμούν τα πλεονεκτήματα που θα μπορούσε να τους αποφέρει η χρήση των χαρισμάτων τους, είναι προηγουμένως αναγκασμένοι να εργαστούν ως το σημείο που η εργασία τους θα καλύψει το απαιτούμενο επίπεδο ικανοποίησης των λιγότερο προικοδοτουμένων. Έχουν την ελευθερία απόλαυσης των καρπών των χαρισμάτων τους μόνο στον βαθμό που ικανοποιούνται οι εκάστοτε κοινωνικές ανάγκες».
Γρ. Μολύβας, Δικαιώματα και θεωρίες δικαιοσύνης, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2004, σ. 379.

Αυτοί είναι λίγο πιο ίσοι από εκείνους
Δεν είμαστε όλοι ίσα κι όμοια

Όλοι, εύκολα εξαίρουμε την ισότητα εν γένει, όταν όμως ερχόμαστε στο επίπεδο της καθημερινότητας, στο επίπεδο της πρακτικής, διαπιστώνουμε πως κάποιοι είναι «πιο ίσοι» από τους άλλους. Εδώ, η ισότητα αποκτά το κοινωνικό της πρόσημο και αναφέρεται στις κοινωνικές σχέσεις, τις σχέσεις που αναπτύσσουν και καλλιεργούν άτομα ή ομάδες με άλλα μέλη του κοινωνικού τους περίγυρου.

«Αν θέλουμε να κατανοήσουμε τι μπορεί ή τι πρέπει να σημαίνει αυτό το ιδεώδες της ίσης μεταχείρισης, η πρώτη προϋπόθεση είναι να απαλλαγούμε από την πεποίθηση της πραγματικής ισότητας. Από το γεγονός ότι οι άνθρωποι είναι εντελώς διαφορετικοί προκύπτει πως αν τους αντιμετωπίσουμε ως ίσους, το αποτέλεσμα θα είναι η ανισότητα ως προς την πραγματική τους θέση και ότι ο μόνος τρόπος για να τους καταστήσουμε ίσους θα ήταν να τους μεταχειριστούμε διαφορετικά. Η ισότητα λοιπόν απέναντι στον νόμο και η υλική ισότητα δεν είναι μόνο διαφορετικές αλλά και αλληλοσυγκρουόμενες – μπορούμε δε να επιτύχουμε είτε τη μία είτε την άλλη, αλλά όχι και τις δύο ταυτόχρονα. Η ισότητα απέναντι στον νόμο που απαιτεί η ελευθερία, οδηγεί στην υλική ανισότητα. Θα υποστηρίξουμε πως, ακόμη κι αν το κράτος χρειάζεται να ασκεί καταναγκασμό για άλλους λόγους, πρέπει να αντιμετωπίζει όλους τους ανθρώπους ως ίσους, ενώ η επιθυμία να καταστούν αυτοί πιο ίσοι όσον αφορά την κατάστασή τους, δεν μπορεί σε μια ελεύθερη κοινωνία να γίνει αποδεκτή ως δικαιολογία για την άσκηση μεγαλύτερου και μεροληπτικού καταναγκασμού».
F.A. Hayek, «Ισότητα, οικονομική αξία και δίκαιη αξία», στο Μ. Αγγελίδης και Κ. Ψυχοπαίδης (επιμ.), Κείμενα Πολιτικής Οικονομίας και θεωρίας της Πολιτικής, εκδ. Εξάντας, Αθήνα 19922, σσ. 377-378.

«Η διαφορά, στην περίπτωση αυτή, είναι ό,τι συνδέει, όχι ό,τι χωρίζει. Προκαλεί την περιέργεια, τη διάθεση της ανακάλυψης, την επιθυμία κατανόησης του άλλου. Η ισότητα των μοναδικοτήτων, όχι απλώς δεν βασίζεται στο σχέδιο μιας «ομοιότητας», αλλά προϋποθέτει, απεναντίας, ότι κάθε άτομο εκδηλώνει την ιδιαιτερότητά του. Το γεγονός της ποικιλομορφίας είναι, στην περίπτωση αυτή, το μέτρο της ισότητας. Τούτο σημαίνει ότι καθένας μπορεί να βρει τον δρόμο του και να γίνει κύριος της ιστορίας του, ότι καθένας είναι ομοίως μοναδικός. […] Η ανατροπή αυτή έχει σημαντικές συνέπειες. Δείχνει ότι τα άτομα θέλουν στο εξής να συγκροτούν κοινωνία στη βάση των ιδιαίτερων στοιχείων που τα χαρακτηρίζουν. Η θετική αξιολόγηση της μοναδικότητας έχει, λοιπόν, μια άμεσα κοινωνική διάσταση. Δεν σηματοδοτεί μια τάση αποστασιοποίησης του ατόμου από την κοινωνία (με την έννοια ενός ατομικισμού της αναδίπλωσης, διαχωριστικού), αλλά θεμελιώνει κυρίως την προσδοκία μιας αμοιβαιότητας, μιας αμοιβαίας αναγνώρισης».
P. Rosanvallon, Η κοινωνία των ίσων, μτφρ. Α. Κιουπκιολής, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2014, σσ. 289-290.

Όλοι στην ίδια βάρκα
Στο ίδιο καζάνι βράζουμε

Θεωρούμε συχνά πως ισότητα σημαίνει ίση κατανομή των αγαθών, ίση κατανομή του πλούτου, ίση κατανομή της ιδιοκτησίας. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, η πηγή της ανισότητας, η φτώχεια, η ελλιπής συμμετοχή στους θεσμούς και στην εξουσία, οι άνισες ευκαιρίες ή η ελλιπής πρόσβαση στα προνόμια της κοινωνίας οφείλονται στο άδικο κοινωνικό και οικονομικό πλαίσιο και μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο με θεσμικές ή κρατικές παρεμβάσεις. Πρέπει,  δηλαδή, να υπάρξουν θεσμικές λύσεις για την εξασφάλιση μεγαλύτερης ισότητας.

«Τι θεωρείται ως “πραγματική ισότητα” είναι αρκετά σαφές: πραγματική νοείται η ισότητα σε σχέση με τα υλικά αγαθά, η οικονομική ισότητα, η οποία διακρίνεται από την τυπική ή νομική ισότητα και από την ισότητα ευκαιριών ή κοινωνική ισότητα. Δεν είναι όμως καθόλου σαφές, αντίθετα μάλιστα είναι κατεξοχήν αμφιλεγόμενο, το ποιες είναι οι μορφές και οι συγκεκριμένοι τρόποι με τους οποίους αυτή η ισότητα μπορεί να γίνει αντικείμενο διεκδίκησης και να πραγματωθεί. Ισότητα σε σχέση με τα υλικά αγαθά. Αλλά ποια αγαθά; Και γιατί όχι πνευματικά ή πολιτισμικά αγαθά; Αν τα αγαθά ορίζονται σε σχέση με τις ανάγκες που τείνουν να ικανοποιούν, το ερώτημα σχετικά με τον καθορισμό του τι είναι και τι δεν είναι αγαθό παραπέμπει στο ερώτημα σχετικά με τον καθορισμό του ποιες είναι οι ανάγκες που είναι άξιες να ικανοποιηθούν και ως προς τις οποίες θεωρείται “σωστό” να είναι ίσοι οι άνθρωποι».
Ν. Μπόμπιο, Ισότητα και ελευθερία, μτφρ. Μ. Αρχιμανδρίτου, εκδ. Πόλις, Αθήνα 1998, σσ. 70-71.

marx-1